Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΙΝΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πίνει
verb
πίνει
—
Ρήμα: (αυτός/αυτή/αυτό) καταναλώνει υγρό, συνήθως νερό ή ποτό.
Λεξικό
/ˈpi.ni/
verb
form-of, present, singular, third-person
third-person singular present of πίνω (píno)
Τύποι
pínei
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 14
#116 · 4 Αυγούστου 2026
Daily Puzzle
#1010 · 25 Μαρτίου 2024
Previous word
#1009 · δεσμό
Next word
#1011 · βαφών
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις