Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΑΥΣΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
παύσω
5 letters
·
Ελληνικά
verb
παύσω
—
Σταματώ ή παύω κάτι, κάνω να μην συνεχίζεται.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1234 · 4 Νοεμβρίου 2024
Previous word
#1233 · φαντή
Next word
#1235 · φλέγω
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις