WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

παύσω

5 letters·Ελληνικά
verb

παύσωΣταματώ ή παύω κάτι, κάνω να μην συνεχίζεται.

Daily Puzzle #1234 · 4 Νοεμβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα