Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΛΩΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πλωτό
πλωτό
—
αιτιατική ενικού του πλωτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του πλωτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλωτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#946 · 21 Ιανουαρίου 2024
Previous word
#945 · δοθεί
Next word
#947 · παλιά
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις