Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΙΧΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ριχτά
5 letters
·
Ελληνικά
ριχτά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ριχτά < ριχτός + -ά
adv
με ριχτό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1016 · 31 Μαρτίου 2024
Previous word
#1015 · έτυμο
Next word
#1017 · λεχτώ
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις