WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σάντα

5 letters·Ελληνικά
noun

σάντα—Τσάντα, συνήθως ώμου ή χειρός, για να μεταφέρουμε προσωπικά αντικείμενα.

Daily Puzzle #1333 · 11 Φεβρουαρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα