Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΕΠΤΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σεπτό
5 letters
·
Ελληνικά
σεπτό
—
αιτιατική ενικού του σεπτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του σεπτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σεπτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1448 · 6 Ιουνίου 2025
Previous word
#1447 · ξενία
Next word
#1449 · βαλτέ
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις