WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στίξε

5 letters·Ελληνικά
verb

στίξε—Μορφή του ρήματος «στίζω»: βάζω στίξη σε κείμενο (π.χ. τελείες, κόμματα).

Daily Puzzle #871 · 7 Νοεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα