steˈno
Ετυμολογίαστενό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου στενός
- o μικρός δρόμος σε μία πόλη ή χωριό
“το μαγαζί βρίσκεται στο δεύτερο στενό αριστερά”
- το χερσαίο ή θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα σε βουνά ή στεριά αντίστοιχα
- accusative, singularαιτιατική ενικού του στενός
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στενός
- συνθετικό ονομασίας στενών που χωρίζουν θαλάσσιες ή ορεινές περιοχές
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Τύποιστενό(singular, nominative) · στενά(nominative, plural) · στενού(genitive, singular) · στενών(genitive, plural) · στενό(accusative, singular) · στενά(accusative, plural) · στενό(singular, vocative) · στενά(vocative, plural) · στενό(neuter) · Στενό(singular, nominative) · Στενά(nominative, plural) · Στενού(genitive, singular) · Στενών(genitive, plural) · Στενό(accusative, singular) · Στενά(accusative, plural) · Στενό(singular, vocative) · Στενά(vocative, plural) · Στενό(neuter)