WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τέμνε

5 letters·Ελληνικά
verb

τέμνε—Μορφή του ρήματος «τέμνω»: κόβει/κόψε (με εργαλείο ή με τομή).

Daily Puzzle #630 · 11 Μαρτίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα