Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΉΦΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψήφων
5 letters
·
Ελληνικά
noun
ψήφων
—
Γενική πληθυντικού του «ψήφος»: των ψήφων, δηλ. των ψήφων/ψήφων που δόθηκαν σε ψηφοφορία.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1352 · 2 Μαρτίου 2025
Previous word
#1351 · νάνση
Next word
#1353 · ενικό
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις