Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΑΡΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψαροί
adjective
ψαροί
—
Πληθυντικός του «ψαρός»: γκρίζος, με άσπρες τρίχες ή μαλλιά.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1106 · 29 Ιουνίου 2024
Previous word
#1105 · λωτού
Next word
#1107 · κέρκο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις