Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΕΛΛΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψελλό
5 letters
·
Ελληνικά
ψελλό
—
αιτιατική ενικού του ψελλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ψελλός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψελλός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1044 · 28 Απριλίου 2024
Previous word
#1043 · έθετε
Next word
#1045 · νύσος
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις