Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΩΧΡΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ωχρών
5 letters
·
Ελληνικά
ωχρών
—
γενική πληθυντικού του ωχρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
noun
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ώχρα
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ωχρός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ωχρή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ωχρό
Τύποι
ωχρών
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#781 · 9 Αυγούστου 2023
Previous word
#780 · γιάφα
Next word
#782 · μπήγω
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις