Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΏΡΙΜΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ώριμα
5 letters
·
Ελληνικά
adjective
ώριμα
—
Που έχει ωριμάσει, έτοιμο να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί (π.χ. φρούτα).
Λεξικό
Ετυμολογία
ώριμα < ώριμος
adv
με ωριμότητα
με υπευθυνότητα
με ολοκληρωμένο τρόπο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1492 · 20 Ιουλίου 2025
Previous word
#1491 · άεργο
Next word
#1493 · δαρθώ
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις