ˈa.ʝi.os, ˈa.ʝos
Ετυμολογίαάγιος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἅγιος < αρχαία ελληνική ἅγιος (ιερός)
- που έχει σχέση με το Θεό
- που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του
“ο άγιος Κωνσταντίνος, η αγία Ελένη”
- figurativelyπου είναι πολύ καλός και ήρεμος
- ναωνυμίου
“Βαφτίζω το γιο μου στον Άγιο Νικόλαο, μια πολύ συμπαθητική εκκλησιά, γιατί τον είχα τάξει στον αγιο-Νικόλα.”
- τοπωνύμιου
“ο Άγιος Νικόλαος είναι πόλη της Κρήτης που έχει το όνομα του αγίου Νικολαου, του αγίου των ναυτικών.”
- για ονόματα αγίων
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Άγιου ή Αγίου)
- ονομασία οικισμών της Εύβοιας
Τύποιαγία(singular, feminine, nominative) · αγίου(masculine, genitive, singular) · αγίας(genitive, singular, feminine) · αγίου(genitive, singular, neuter) · αγία(accusative, singular, feminine) · αγίων(masculine, genitive, plural) · αγίων(genitive, feminine, plural) · αγίων(genitive, neuter, plural) · αγίους(accusative, masculine, plural) · άγιος(masculine, singular, nominative) · άγια(singular, feminine, nominative) · άγιο(singular, nominative, neuter) · άγιου(masculine, genitive, singular) · άγιας(genitive, singular, feminine) · άγιου(genitive, singular, neuter) · άγιο(accusative, masculine, singular) · άγια(accusative, singular, feminine) · άγιο(accusative, singular, neuter) · άγιε(masculine, singular, vocative) · άγια(singular, feminine, vocative)