Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΕΡΓΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άεργο
adjective
άεργο
—
Αυτός που δεν εργάζεται, άνεργος ή αδρανής.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άεργος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άεργος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1491 · 19 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις