WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άεργο

adjective

άεργοΑυτός που δεν εργάζεται, άνεργος ή αδρανής.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1491 · 19 Ιουλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα