WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άθολη

adjective

άθοληΠου είναι καθαρή και διαυγής, χωρίς θολούρα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #360 · 14 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα