WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

όδευε

5 letters·Ελληνικά
verb

όδευε—Παρατατικός του «οδεύω»: πήγαινε/πορευόταν προς κάποιον προορισμό.

Daily Puzzle #361 · 15 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα