Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΞΙΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άξισε
verb
άξισε
—
Παρελθοντικός τύπος του «αξίζω»: είχε αξία ή ήταν άξιο/άξιζε να γίνει.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1203 · 4 Οκτωβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις