Ετυμολογίαάρτος < αρχαία ελληνική ἄρτος < ἀραρίσκω ή ἀρτύω
- το ψωμί
- εκκλησιαστικοί όροι:
“οι πέντε άρτοι (στον πληθυντικό), για τους άρτους της αρτοκλασίας”
“ο άρτος της θείας κοινωνίας που δίνεται συνήθως όταν κάποιος μεταλαμβάνει”
Τύποιάρτος(singular, nominative) · άρτοι(nominative, plural) · άρτου(genitive, singular) · άρτων(genitive, plural) · άρτο(accusative, singular) · άρτους(accusative, plural) · άρτε(singular, vocative) · άρτοι(vocative, plural) · άρτος(masculine)