Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΣΙΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άσιτο
adjective
άσιτο
—
Που δεν έχει φάει, νηστικός.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1100 · 23 Ιουνίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις