WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άσυλα

noun

άσυλαΠληθυντικός του «άσυλο»: χώροι/ιδρύματα που προσφέρουν προστασία ή φιλοξενία, π.χ. άσυλα ανιάτων ή προσφύγων.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1423 · 12 Μαΐου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα