Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΦΟΒΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άφοβα
adverb
άφοβα
—
Χωρίς φόβο, με θάρρος.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
άφοβα < άφοβος
adv
χωρίς φόβο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#926 · 1 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
fearlessly
English
intrépidement
French