Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΨΥΧΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άψυχο
άψυχο
—
αιτιατική ενικού του άψυχος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άψυχος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άψυχος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1565 · 1 Οκτωβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις