Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΑΝΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μάνες
μάνες
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάνα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Μάνες < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάνα
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
Μάνες
(masculine, feminine)
·
Manes
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1566 · 2 Οκτωβρίου 2025
Previous word
#1565 · άψυχο
Next word
#1567 · εθίγη
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις