έλατο—Abies αιωνόβιο, αειθαλές, κωνοφόρο δέντρο με ίσιο και λείο κορμό που αποκτά μεγάλο ύψος και κλαδιά που διακλαδίζονται οριζόντια σε σχήμα πυραμίδας και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους
έλατο < έλατος (από την αιτιατική ενικού: τον έλατο) με μεταπλασμό σε ουδέτερο < αρχαία ελληνική ἐλάτη
noun
Abies αιωνόβιο, αειθαλές, κωνοφόρο δέντρο με ίσιο και λείο κορμό που αποκτά μεγάλο ύψος και κλαδιά που διακλαδίζονται οριζόντια σε σχήμα πυραμίδας και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους