A word examined

έλατο

5 letters·Ελληνικά

έλατοAbies αιωνόβιο, αειθαλές, κωνοφόρο δέντρο με ίσιο και λείο κορμό που αποκτά μεγάλο ύψος και κλαδιά που διακλαδίζονται οριζόντια σε σχήμα πυραμίδας και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα