ˈe.ti.mo
Originέτυμο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔτυμον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἔτυμος (αρχαία ελληνική, αληθής)
- η λέξη από την οποία προέρχονται άλλες, η αρχική ρίζα άλλων λέξεων
“άλλες μορφές: έτυμον (λόγιο, κατά το ἔτυμον )”
Formsέτυμο(singular, nominative) · έτυμα(nominative, plural) · ετύμου(genitive, singular) · έτυμου(genitive, singular) · ετύμων(genitive, plural) · έτυμο(accusative, singular) · έτυμα(accusative, plural) · έτυμο(singular, vocative) · έτυμα(vocative, plural) · -ου(neuter)