WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έτυμο

noun

έτυμοΗ αρχική μορφή ή ρίζα μιας λέξης, από την οποία προέρχεται η ετυμολογία της.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1015 · 30 Μαρτίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα