WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έψαλε

verb

έψαλεΤραγούδησε ή έψαλλε (συνήθως εκκλησιαστικό ύμνο).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1603 · 8 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα