a.γnoˈo
Originαγνοώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγνοῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγνοέω < ἀ- στερητικό + μεταπτωτική βαθμίδα γνο- (όπως π.χ. στο ρήμα γιγνώσκω). Δεν σχετίζεται με το ἁγνός
: σημασία: «παραβλέπω, υποτιμώ» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική ignore
- δεν γνωρίζω ένα θέμα
“αγνοούσε ακόμη και τις πιο βασικές έννοιες για το θέμα”
“αγνοείται η τύχη των ναυαγών”
- δεν δίνω σημασία σε κάποιον, περιφρονώ
“με συναντάει στο δρόμο και με αγνοεί, κάνει ότι δεν με βλέπει”
- παραβλέπω δεν δίνω σημασία σε κάτι (όχι απαραιτήτως υποτιμητικά), δεν μεταβάλλω τις ενέργειές μου
“Αγνοώ τα μικρά λάθη ορθογραφίας στην έκθεσή σου. Τα ξεχνάω και σου βάζω καλό βαθμό.”
- αγνοούμαι
Formsαγνοώ(passive) · αγνοώ(present, first-person, singular) · αγνοούσα(imperfect, first-person, singular) · θα αγνοώ(future, imperfect, first-person, singular) · να αγνοώ(subjunctive, first-person, singular) · αγνοώντας(participle) · αγνοείς(present, second-person, singular) · αγνοούσες(imperfect, second-person, singular) · θα αγνοείς(future, imperfect, second-person, singular) · να αγνοείς(subjunctive, second-person, singular) · αγνοεί(present, third-person, singular) · αγνοούσε(imperfect, third-person, singular) · θα αγνοεί(future, imperfect, third-person, singular) · να αγνοεί(subjunctive, third-person, singular) · αγνοούμε(present, first-person, plural) · αγνοούσαμε(imperfect, first-person, plural) · θα αγνοούμε(future, imperfect, first-person, plural) · να αγνοούμε(subjunctive, first-person, plural) · αγνοείτε(present, second-person, plural) · αγνοούσατε(imperfect, second-person, plural)