a.ɣoˈɾa
Ετυμολογίααγορά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγορά < ἀγείρω
- ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο
- το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα
- κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα
“ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης”
- το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις
“η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις”
- η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα
- formal, rareη συγκέντρωση
- χώρος ανταλλαγής ιδεών και αγοράς προϊόντων
“※ […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτ” — Νικόπολη: Συνεχίζονται οι ανασκαφές στην αρχαία Αγορά, Η Καθημερινή, 29 Μαΐου 2024
Τύποιαγορά(singular, nominative) · αγορές(nominative, plural) · αγοράς(genitive, singular) · αγορών(genitive, plural) · αγορά(accusative, singular) · αγορές(accusative, plural) · αγορά(singular, vocative) · αγορές(vocative, plural) · αγορά(feminine) · Αγορά(feminine)