Originαιχμή < αρχαία ελληνική αἰχμή
- η μυτερή άκρη ενός αντικειμένου, κυρίως όπλου
“βούτηξε την αιχμή του βέλους του σε δηλητήριο”
- απότομη αύξηση μιας ποσότητας
“να αποφεύγετε το κέντρο της πόλης τις ώρες της κυκλοφοριακής αιχμής”
- οξύς υπαινιγμός σε διάλογο, λεκτική αντιπαράθεση
Formsαιχμή(singular, nominative) · αιχμές(nominative, plural) · αιχμής(genitive, singular) · αιχμών(genitive, plural) · αιχμή(accusative, singular) · αιχμές(accusative, plural) · αιχμή(singular, vocative) · αιχμές(vocative, plural) · αιχμή(feminine)