Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΠΛΩΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
απλώς
απλώς
—
μόνο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
απλώς < αρχαία ελληνική ἁπλῶς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική simplement)
adv
μόνο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#588 · 28 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
just
English