WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αργές

επίθετο

αργέςΘηλυκό πληθυντικό του «αργός»: που κινούνται ή γίνονται με αργό ρυθμό, όχι γρήγορα.

Wiktionary →
Daily Puzzle #493 · 25 Οκτωβρίου 2022
·Archive
No comments yet