A WORD EXAMINED

βάτος

a portrait in meaning space

βάτοςθάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα