A word examined

βάτος

5 letters·Ελληνικά

βάτος—θάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα