WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βγάλε

verb

βγάλεΠροστακτική του «βγάζω»: βγάλε κάτι έξω ή αφαίρεσέ το (π.χ. ρούχο, αντικείμενο).

Duotrigordle Πλέγμα 4 #49 · 29 Μαΐου 2026
Sedecordle Πλέγμα 2 #19 · 29 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1629 · 4 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα