ˈvle.po
Ετυμολογίαβλέπω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική βλέπω < προελληνική
- αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου
“στην αρχαιότητα έβλεπαν τους αστερισμούς με γυμνό μάτι”
- κοιτάζω
“δε χορταίνω να το βλέπω”
- καταλαβαίνω
“βλέπω τι εννοείς, δε βλέπεις ότι με πληγώνεις;”
- είμαι στραμμένος προς κάποια κατεύθυνση
“το σπίτι βλέπει ανατολικά”
- συναντώ, επισκέπτομαι
“δεν μπορείς να φανταστείς ποιον είδα χθες!”
- εξετάζω
“δεν πας καλύτερα να σε δει ο γιατρός;”
Τύποιδω(future) · ιδώ(future) · είδα(aorist) · βλέπομαι(passive) · ειδώθηκα(passive, aorist) · ιδωμένος(passive, participle) · βλέπω(present, first-person, singular) · έβλεπα(imperfect, first-person, singular) · θα βλέπω(future, imperfect, first-person, singular) · να βλέπω(subjunctive, first-person, singular) · βλέποντας(participle) · βλέπεις(present, second-person, singular) · έβλεπες(imperfect, second-person, singular) · θα βλέπεις(future, imperfect, second-person, singular) · να βλέπεις(subjunctive, second-person, singular) · βλέπε(imperative, second-person, singular) · βλέπει(present, third-person, singular) · έβλεπε(imperfect, third-person, singular) · θα βλέπει(future, imperfect, third-person, singular) · να βλέπει(subjunctive, third-person, singular)