WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βράσε

verb

βράσεΠροστακτική του «βράζω»: βράσε κάτι, δηλ. μαγείρεψέ το σε βραστό νερό.

Daily Puzzle #1611 · 16 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα