Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΖΕΟΥΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ζέουν
verb
ζέουν
—
Τρίτο πληθυντικό του «ζέω»: βράζουν/κοχλάζουν (π.χ. τα νερά ζέουν).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1610 · 15 Νοεμβρίου 2025
Previous word
#1609 · βώλος
Next word
#1611 · βράσε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις