ˈvɾo.mi
Ετυμολογίαβρώμη < αρχαία ελληνική βρόμος
- δημητριακό (επιστημονική ονομασία Avena sativa)
- ο καρπός του δημητριακού με το ίδιο όνομα
Τύποιβρώμη(singular, nominative) · βρώμης(genitive, singular) · βρώμη(accusative, singular) · βρώμη(singular, vocative) · βρώμη(feminine)