Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΩΒΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βωβών
βωβών
—
γενική πληθυντικού του βωβός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του βωβός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του βωβή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του βωβό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#996 · 11 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις