WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βώλος

noun

βώλοςΣβώλος ή μάζα από χώμα/πηλό, συνήθως συμπαγής και στρογγυλεμένη.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1609 · 14 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα