ˈʝef.si
Ετυμολογίαγεύση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γεῦ(σις) + -ση < γεύομαι
- μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα των τροφών και των υγρών στο στόμα ανάλογα με τον τρόπο που ερεθίζουν τη γλώσσα
- η εντύπωση που δημιουργεί στη γλώσσα κάτι που τρώμε
“η γλώσσα έχει υποδοχείς για τις πέντε βασικές γεύσεις, το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό και το ουμάμι”
“έχει γλυκιά γεύση”
- figurativelyη ευχάριστη ή δυσάρεστη εντύπωση που αφήνει κάτι που ζούμε
“μου άφησε πολύ άσχημη γεύση”
Τύποιγεύση(singular, nominative) · γεύσεις(nominative, plural) · γεύσης(genitive, singular) · γεύσεων(genitive, plural) · γεύση(accusative, singular) · γεύσεις(accusative, plural) · γεύση(singular, vocative) · γεύσεις(vocative, plural) · γεύση(feminine)