WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γκέτο

γκέτοεβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν

Wiktionary →
Daily Puzzle #1332 · 10 Φεβρουαρίου 2025
·Archive
No comments yet