Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΛΎΨΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γλύψω
5 letters
·
Ελληνικά
verb
γλύψω
—
Θα χαράξω ή θα σκαλίσω κάτι σε μια επιφάνεια (π.χ. πέτρα, ξύλο, μέταλλο).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1168 · 30 Αυγούστου 2024
Previous word
#1167 · βοώτη
Next word
#1169 · άνομο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις