Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΛΥΨΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γλύψω
verb
γλύψω
—
Θα χαράξω ή θα σκαλίσω κάτι σε μια επιφάνεια (π.χ. πέτρα, ξύλο, μέταλλο).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1168 · 30 Αυγούστου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις