WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

γνέφω

γνέφωκάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι ή με τα μάτια συνεννοούμαι με κάποιον

Wiktionary →
Daily Puzzle #1293 · 2 Ιανουαρίου 2025
·Archive
No comments yet