ˈɣu.ɾi
Ετυμολογίαγούρι < τουρκική uğur + -ι < παλαιά τουρκικά oğur / uğur < πρωτοτουρκική
- η καλοτυχία
- figurativelyαντικείμενο που (υποτίθεται ότι) φέρνει καλή τύχη
Τύποιγούρι(singular, nominative) · γούρια(nominative, plural) · γουριού(genitive, singular) · γουριών(genitive, plural) · γούρι(accusative, singular) · γούρια(accusative, plural) · γούρι(singular, vocative) · γούρια(vocative, plural) · γούρι(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό