ˈɣɾi.pi
Ετυμολογίαγρίπη < οπτικό δάνειο από τη γαλλική gripp(e) + -η με απλοποίηση των δύο ⟨ππ⟩
- μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλος, βήχας, αδυναμία και μυικοί πόνοι. Ανάλογα με την ανθεκτικότητα του ιού που την μεταφέρει, μπορεί να λάβει διαστάσεις επιδημίας
“κάθε χειμώνα αρπάζει γρίπη”
Τύποιγρίπη(singular, nominative) · γρίπες(nominative, plural) · γρίπης(genitive, singular) · γρίπη(accusative, singular) · γρίπες(accusative, plural) · γρίπη(singular, vocative) · γρίπες(vocative, plural) · γρίπη(feminine)