WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

δάκρυ

δάκρυσταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω κάποιου ερεθισμού

Wiktionary →
Daily Puzzle #1773 · 27 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet