ˈða.kɾi
Originδάκρυ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάκρυ.
: οι άλλες πτώσεις από το δάκρυο (καθαρεύουσα δάκρυον) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δάκρυο, δάκρυον < αρχαία ελληνική δάκρυον.
- σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω κάποιου ερεθισμού
“※ Κι εσφούγγισε το δάκρυ του με την ολόμαυρην άκραν της φουστανέλας του” — Κώστας Κρυστάλλης, Εις την στάνην του μπάρμπα μου
- broadlyοτιδήποτε έχει το σχήμα σταγόνας
“※ Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος ποὺ κρυμμένο, τρεμουλιαστό, μὲ δροσοδάκρυα ραντισμένο, καὶ γελαστό” — Κωστής Παλαμάς, Ἓν ἄνθος
- οι στάλες της ρητίνης διαφόρων δέντρων ή σχίνων
- τεχνητή ουσία αντί δακρύων για να αντιμετωπισθεί η ξηροφθαλμία
“Πρέπει να χρησιμοποιήσετε τεχνητά δάκρυα.”
Formsδάκρυ(neuter)