ˈðeɾ.no
Originδέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δέρνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δέρω (γδέρνω, χτυπάω) με ανάπτυξη [n] όπως στο φέρνω
- χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο
“κάποιοι αλήτες τον έδειραν για πλάκα”
- κάτι που πέφτει πάνω μου με ορμή
“η χιονοθύελλα τους έδερνε πολλή ώρα, μέχρι να φτάσουν στο καταφύγιο”
- βάζω κάποιον σε ταλαιπωρίες, προκαλώ σε κάποιον δεινά
“τους έχει δείρει η θλίψη κι η μοναξιά”
- idiomaticεπιτίθεμαι, πλήττω, προσβάλλω
“※ από το τραγούδι το «Κάστρο της Ωριάς», συρτό Πελοποννήσου από την Αρκαδία)
Όλα τα κάστρα τα 'δα κι όλα τα 'δειρα
βρ' αμάν αμάν αμάν κι όλα τα 'δειρα
κι όλα τα 'δει- τα 'δειρα, Φραγκοπούλα και Pωμιά.” — ΣτΕ: είδε και χτύπησε όλα τα κάστρα, για να τα κυριεύσει, αλλά δε βρήκε «σαν της Ωριάς το κάστρο»
- για αρνητική ή ανεπιθύμητη ιδιότητα: χαρακτηρίζω
“τι εγωισμός σας δέρνει!”
Formsέδειρα(aorist) · δέρνομαι(passive) · δάρθηκα(passive, aorist) · δαρμένος(passive, participle)