Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΔΑΡΘΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
δαρθώ
δαρθώ
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
θα δαρθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δέρνομαι
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1493 · 21 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις